Άρθρο για την αείμνηστη Άννα Ψαρούδα-Μπενάκη στην εφημερίδα ”ΕΣΤΙΑ”


Άννα Ψαρούδα Μπενάκη, φωτεινό αποτύπωμα διαπρεπούς νομικού και πολιτικού
Της Ευτυχίας Βελέντζα–Λαδά, Εκπαιδευτικού, Ποιήτριας, μέλους της Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών, μέλους του Ερμιονικού Συνδέσμου
Η Άννα Ψαρούδα Μπενάκη έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών στις 15 Φεβρουαρίου 2026. Κορυφαία πολιτική και πνευματική προσωπικότητα του τόπου μας, συνδύαζε την υψηλή κατάρτιση, την αίσθηση καθήκοντος και τη γνησιότητα του χαρακτήρα της, με το πάθος για τη νομική επιστήμη, την αφοσίωση στην ακαδημαϊκή εκπαίδευση και την προσφορά στα κοινά, στοιχεία αναντικατάστατα στο πολιτικό και ακαδημαϊκό γίγνεσθαι.
Κόρη του Υδραίου Ναυάρχου Ευάγγελου Ψαρούδα και της Ερμιονίτισσας Αικατερίνης Αντωνίου, σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία. Όπως η ίδια είχε αναφέρει σε συνέντευξή της, στους γονείς της όφειλε την άριστη παιδεία που με ξεχωριστή μέριμνα της παρείχαν. Πραγματοποίησε εκτεταμένο ερευνητικό και συγγραφικό έργο και διέγραψε μακρά πανεπιστημιακή πορεία στη Νομική Σχολή Αθηνών, διδάσκοντας Ποινικό Δίκαιο και Ποινική Δικονομία. Στα νεανικά χρόνια των σπουδών της, γνωρίστηκε και παντρεύτηκε με τον αοίδιμο καθηγητή Λίνο Μπενάκη, ιστορικό της φιλοσοφίας και ερευνητή, επίτιμο μέλος της Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών, μία σπουδαία και ξεχωριστή προσωπικότητα, έναν ακαδημαϊκό δάσκαλο υψηλού κύρους, με ακούραστο πνεύμα και πλούσιο ερευνητικό και συγγραφικό έργο. Μαζί ξεκίνησαν για μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία, απ’ όπου έλαβαν και τα διδακτορικά τους διπλώματα. Διέπρεψε στο ελεύθερο επάγγελμα, ως δικηγόρος, παρ’ Αρείω Πάγω, σε έναν χώρο, που για την εποχή ήταν μάλλον απρόσιτος σε γυναίκες. Ήταν επί δεκαετίες η Διευθύντρια των «Ποινικών Χρονικών», του αρχαιότερου και εγκυρότερου επιστημονικού περιοδικού Ποινικού Δικαίου στην Ελλάδα. Από το τυχαίο γεγονός μίας συμβουλευτικής αναμείξεώς της, που της ζητήθηκε, σε Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή του Υπουργείου Παιδείας για θέματα Ανωτάτης Εκπαίδευσης, εισήλθε στη ζωή της η πολιτική, το 1981. Διετέλεσε αναπληρώτρια Υπουργός Παιδείας, Υπουργός Πολιτισμού και Υπουργός Δικαιοσύνης. Στον δημόσιο βίο, έχοντας βαθιά γνώση των κοινοβουλευτικών θεσμών, ενίσχυσε το κύρος του Κοινοβουλίου και υπηρέτησε τη Δημοκρατία, κατακτώντας τον σεβασμό όλων. Ήταν μία πληθωρική προσωπικότητα, που σε όλη την πολιτική διαδρομή της, υπηρέτησε με συνέπεια, παρρησία και ευγένεια, τις ιδέες και τις αξίες που πρέσβευε, δια τούτο και εξελέγη Πρόεδρος της Βουλής το 2004, αποτελώντας την πρώτη γυναίκα που κατέλαβε το αξίωμα αυτό στην ιστορία της Ελληνικής Δημοκρατίας, γκρεμίζοντας τα στερεότυπα στην ελληνική πολιτική σκηνή, καταρρίπτοντας την ανδροκρατούμενη παράδοση σε θεσμούς υψηλού κύρους. Από τη θέση αυτή, προώθησε τον θεσμό της κοινοβουλευτικής διπλωματίας, ταξιδεύοντας ανά τον κόσμο, για να μεταφέρει τη φωνή της πατρίδας στους ξένους, αλλά ιδιαιτέρως στους Έλληνες της διασποράς και συνεργάστηκε με διεθνείς οργανισμούς, εκπροσωπώντας επάξια το Ελληνικό Κοινοβούλιο. Μετά την οικειοθελή αποχώρησή της από την πολιτική ζωή, εξελέγη Ακαδημαϊκός και στη συνέχεια Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών, η μοναδική μέχρι σήμερα γυναίκα που έχει εκλεγεί στο ύψιστο αυτό αξίωμα του ανώτατου πνευματικού ιδρύματος της χώρας. Το 2009 αποφάσισε να εγκαταλείψει οριστικά την πολιτική, ποτέ όμως την Ερμιόνη, τόπο καταγωγής της μητέρας της, συνδεόμενη βαθιά με άρρηκτους δεσμούς από τα νεανικά της χρόνια μέχρι τα τελευταία χρόνια τής ζωής της. Η σχέση της με την Ερμιόνη ήταν θεμελιώδης, αποτελούσε για εκείνη καταφύγιο και σημείο αναφοράς, με την ίδια να συμμετέχει ενεργά στην κοινωνική ζωή της ιστορικής κωμόπολης. Για τους φίλους και συμπατριώτες της, υπερίσχυε πάντα η ανεξίτηλη σφραγίδα που άφησε στον τόπο τους και ιδιαίτερα στον εμβληματικό «Ερμιονικό Σύνδεσμο», του οποίου υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη και μαζί με τον σύζυγό της και επίτιμο Αντιπρόεδρο του Συνδέσμου, Λίνο Μπενάκη, τον αγάπησαν και τον ευεργέτησαν όσο ελάχιστοι. Η « Άννα όλων των Ερμιονιτών», κατά τη θητεία της ως Υπουργού Πολιτισμού το 1991, συνέβαλε καθοριστικά στην έναρξη των εργασιών αναπαλαίωσης και αποκατάστασης της ιστορικής οικίας Οικονόμου (Βουλευτικό) στην Ερμιόνη, ενός κτηρίου-μνημείου του 18ου αιώνα, στενά συνδεδεμένου με την «κατ’ επανάληψιν» Γ’ Εθνοσυνέλευση, που πραγματοποιήθηκε το 1827 στην Ερμιόνη και απετέλεσε ένα κρίσιμο κεφάλαιο στην ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης. Συγκλήθηκε με πρωτοβουλία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην οικία Οικονόμου, όπου τέθηκαν οι βάσεις για την ενότητα του αγώνα και την οργάνωση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους και αποφασίστηκε η πρόσκληση του Ιωάννη Καποδίστρια ως πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, απόφαση που επικυρώθηκε αργότερα στην τελική φάση της Γ’ Εθνοσυνέλευσης στην Τροιζήνα.
Η προσωπική μέριμνα της Άννας Ψαρούδα Μπενάκη συνέτεινε ώστε το ιστορικό αυτό κτήριο να αναπαλαιωθεί, με πρωτοβουλία και επίβλεψη του «Ερμιονικού Συνδέσμου» και να στεγάζει σήμερα το Ιστορικό Λαογραφικό Μουσείο Ερμιόνης, έναν κομβικό πολιτιστικό φορέα για την περιοχή.
Κλείνοντας, αξίζει να ειπωθεί ότι η σπουδαία αυτή Ελληνίδα, από την έδρα του Ποινικού Δικαίου μέχρι τον θεσμικό θώκο του Κοινοβουλίου και της Ακαδημίας, έχει τιμήσει τη δημόσια ζωή, έχει κερδίσει τον καθολικό σεβασμό, αποδεικνύοντας ότι το ήθος, η επιστημονική κατάρτιση και η αφοσίωση στο καθήκον δεν έχουν φύλο και υπενθυμίζοντας ότι η κορυφή κατακτάται με πνευματική συγκρότηση και αταλάντευτη πίστη στους θεσμούς.

